Thursday, March 31, 2016

Προς Αντιγόνην

Α'

Ο αδερφός σου κείται νεκρός, Αντιγόνη.
Χτές η ατίθαση φωνή του ξερνούσε 
μίσος κι ανατρεπτικά συνθήματα,
όποιος τον άκουγε τόχε για σίγουρο 
πώς η αυγή του Σαββάτου θα τον έβρισκε 
πορθητή ή σκοτωμένο.

Τώρα πια σβήστηκαν οι εμπρηστικές 
αστραπές των ματιών του. Δε ζει ο θρασύς 
που διαλογίστηκε να ρίξει τους κρατούντες 
και παραβαίνοντας τους νόμους να καυχιέται 
ότι είναι τέτοια πράξη ενδοξότατη.

Πότε σήκωσε το κεφάλι; Πώς ξέφυγε 
τους φρουρούς, τους πυκνούς  σωματοφύλακες,
τους σπιούνους μας; Πότε γινήκαν τέσσερεις,
πότε γινήκαν εκατό, πώς υποδαύλισαν 
τη φωτιά που αδιόρατα φούντωσε 
μέσα στην άλαλη πόλη;

Δεν καταλάβαμε καν τί ζητούσαν.
Αν ήθελαν για ελόγου τους την εξουσία
θαταν πιο λογικό. Άρχοντες ανεβαίνουν,
άλλοι πέφτουν. Αυτοί διαλαλούσαν ότι η πόλη 
δεν ανήκει σε αρχόντους, παρά στο λαό.

Ο νους τους ήταν στρεβλός. Αντί να λαχταρούν 
κοριτσιών τρυφερές παρειές κι υμεναίους 
βγήκαν την πόλη να διαβρώνουν καλώντας μας 
σφετεριστές και ωμότατους τυράννους, 
πρόθυμοι δε το φως τ' ουρανού ανταλλάζαν 
με φυλακή χαλκοδεμένη.

Όσα δέντρα λυγίζουν μπρός το χείμαρρο
σώζουνε τα κλωνάρια. Όσα αντιστέκονται
ξερριζώνονται σύγκορμα. Δεν τόξεραν;
Άμα κανείς παρατεντώσει τα σκοινιά
του καραβιού του, δεν αργεί να φουντάρει.

Πίστεψαν ότι θα σταθούνε στις πύλες 
κι ο λαός θ'αναθαρρύσει, θα ξεχυθεί 
μέσα στους δρόμους για συμπαράσταση.
Μα εμείς γνωρίζουμε τους υπηκόους μας.
Θαυμάζουν τους νεωτερίζοντες, και σκύβουν 
μπρός σε μας τους αφεντάδες.

Διαρκώς ψιθυρίζουν σε βάρος μας, με τη βία 
κρατούν στον τράχηλο το δίκαιο ζυγό μας,
κρυφά κουνούν το κεφάλι, κι όμως μας θέλουν.
Δε δίνουμε, δε ζητούμε πολλά. Καθένας 
λεύτερος μες στους τοίχους του σπιτιού του.

Αν έχεις νου δε θα μνησικακήσεις.
Όσο γινόταν όντως παραβλέψαμε.
Έριχναν βέλη τα λόγια τους στην καρδιά μας
και λέγαμε άστους, ας ουρλιάζουν να ξεθυμαίνουν. 
Υπερέβησαν κάθε μέτρο. Αυτοί μόνοι 
αποφάσισαν το χαμό τους.

Αν πονούσες τ' αδέρφι σου, Αντιγόνη,
γιατί δεν πήγες να τον μεταπείσεις 
παρά γυρνούσες στο εχθρικό στρατόπεδο 
με τρόφιμα και φάρμακα στα χέρια;
Ομολογείς ή αρνιέσαι ότι τόπραξες;

Είχαν αφιονιστή. Δεν υπήρχε άλλη λύση.
Στείλαμε αντιπροσώπους για διαπραγματεύσεις,
στείλαμε τελεσίγραφα. Ποιός μυαλωμένος
θέλει εμφύλιους φονιάδες και νεκρούς;
Σα να μιλούσαμε σε τοίχους. Απαντούσαν 
με κραυγές και με τραγούδια.

Μη βρέξεις το λαιμό με πολύκλαυτα μάτια.
Σ'άλλους ο θάνατος έρχεται απρόσκλητος.
Αυτοί πήγαν γυρεύοντας και τόπαθαν.
Δεν υπάρχει πιο μωρός από εκείνον
που μονάχος του ζητάει να πεθάνει.

Ζητούσαν το κεφάλι μας. Αλάλαζαν 
για τη σίγουρη νίκη τους. Προκαλούσαν.
Μα ο Θεός υπερεχθρεύεται τους κομπασμούς. 
Όσο για μας που κρατούμε το σίδερο,
να μας φοβίσουν μια χούφτα παιδιά που ξάφνου 
θελήσανε ν'αυτοκτονήσουν;

Ποιός σου φούσκωσε τα μυαλά, Αντιγόνη,
πως η αθανασία κερδίζεται τάχα 
με πράξεις παράνομες; Γυναίκα εσύ,
βάλθηκες φαίνεται ν'ανδραγαθήσεις.
Ακόμα λίγο, θα βρισκόσουν στο πλευρό του. 

Αυτός ο που πριν λίγο με μανιασμένη ορμή 
έπνεε ριπές ανέμων εχθρικότατων,
πυρφόρος, μεθυσμένος, ταλαντεύτηκε 
μπροστά στην ατσαλένια δύναμή μας,
χτύπησε με χέρια ορθάνοιχτα τη γη 
κι αυτή τον αντιχτύπησε. 

Εσύ η αγέρωχη κοίτα τώρα μην κλάψεις.
Οι θρήνοι απαγορεύτηκαν με διάταγμα.
Όποιος παρουσιαστή με βουρκωμένα μάτια,
όποιος δημόσια στενάξει ή βαργωμίσει 
θα θεωρείται αυτομάτως συνεργός.

Η πόλη που σείστηκε με σάλο πολύ,
ξάγρυπνη νύχτες από τις ιαχές τους,
απόψε πια θα κοιμηθή. Οι ορθόφρονες 
ησυχασμένοι. Οι λίγοι αντιφρονούντες 
συντριμμένοι, γιατί και πάλι ως φάνηκε 
είναι μαζίμας οι θεοί.

Τον αθλίως θανόντα αδελφό σου 
δεν θα τον δείς να του ξεπλύνεις τα αίματα,
ούτε να τον νεκροστολίσεις. Άταφος πάντως 
δε θα μείνει, μη φοβάσαι. Εμείς φροντίζουμε 
γι' αυτά, οι φύλακες της τάξης και του κράτους. 

Αν θες να ξέρεις, τον παραχώσαμε κι όλας.
Θάπρεπε να τον φάνε τα σκυλιά, αυτόν 
και τους άλλους, που ρίχτηκαν στη γη τους 
κρώζοντας σαν αητοί. Όρνια να φάνε τα όρνια.
Μα είμαστε μεγαλόψυχοι, Αντιγόνη,
πρέπει να το παραδεχτής. 

Μην ξεστομίσεις πως δολοφονήθηκε. 
Σκοτώθηκε σαν εχτρός. Όλα νόμιμα. 
Ουδέποτε παρανομεί η εξουσία,
πλήν ίσως μέχρι να νομοθετήσει 
και πάλι αν χάσει απερισκέπτως την αρχή. 

Προστάξαμε να ριχτούνε σε τάφο βαθύ 
από φιλαθρωπία, μα κι από πρόνοια.
Χρέος μας να γλυτώσουμε την πόλη 
από τη μπόχα πτωμάτων θεομίσητων,
να προλάβουμε τυχόν σκηνές υστερίας 
των οικείων και φίλων.

Μη ρωτήσεις πού βρίσκεται ο τάφος τους. 
Δώσαμε μιαν εντολή. Άλλο δεν ξέρουμε.
Τάχα μη θέλατε να τους πάτε στεφάνια, 
εσύ και οι συγγένισσες των υπόλοιπων 
παράφορων εραστών του θανάτου;



No comments:

Post a Comment