Monday, May 2, 2016
Ευμετάβλητο (το)
Απομεσήμερο, να ΄ταν τρείς.
Πίσω απ΄τις λέξεις σιγουριά,
πίσω απ΄τα βλέμματα υποσχέσεις.
Χίλιες δυο μικρές αφορμές
για σχέδια και προτροπές.
Λόγια που γυρνούν στο χθες,
στίχοι του μέλλοντος.
Χαμόγελο, συντροφιά στον κόσμο,
ο κόσμος μια αλυσίδα
το σύμπαν ένα όλον.
Αστείο ανέμελο ύφος,
λουσμένη αθωότητα.
Γρήγορη, ζωηρή γραφή
πολύτιμη ενέργεια,
ενέργεια που καθορίζει τη ματιά,
ματιά που ψάχνει την αλήθεια.
Απόβραδο, να ναι δέκα.
Πίσω απ'τις λέξεις μοναξιά,
πίσω απ'τα σχήματα αβεβαιότητα,
νοσταλγία,
αταξία.
O κόσμος μια αλυσίδα,
το σύμπαν ένα όλον.
Α.Κ.
Sunday, May 1, 2016
Movies
"The last station" by Michael Hoffman.
Μέχρι την τελευταία στιγμή
περίμενε να τη δει.
Αφουγκραζόταν κάθε κίνηση στο δωμάτιο
για να γνωρίσει την άφιξή της.
Περίμενε ν' ακούσει το γνώριμο γοργό της βήμα
και να εισπνεύσει λίγο από τον άτρωτο αέρα της.
Έτσι ήταν χρόνια τώρα
ο ένας δοκίμαζε τα όρια του άλλου
και οδηγούνταν στην απελπισία.
Απελπισία και έρωτας τους στοίχειωνε
αγιάτρευτο πάθος στιβαγμένο στην ψυχή τους
άλλοτε φανερωμένο στα γραπτά του
άλλοτε προδωμένο στις εκρήξεις της.
Οργή και πόνο ένιωθε για τις πράξεις του
μα δεν μπορούσε να μιλήσει γι'αυτά.
Η εικόνα και μόνο πρόδιδε τις αμαρτίες.
Καθηλωμένος στο κρεβάτι, ανήμπορος πια.
Τα μάτια σχεδόν σφάλιζαν κάθε ίχνος ζωντάνιας
που χόχλαζε κάποτε μέσα του.
Περίμενε να τη δει, ώσπου,
ώσπου εκείνη μπήκε στο δωμάτιο.
Πλησίασε μουδιασμένη κλαίγοντας το κρεβάτι του.
Του έπιασε το χέρι.
Έπαψε να τρέμει.
Σκύβοντας στο μαξιλάρι, του ψιθύρισε λόγια πολλά,
λόγια αγάπης, λόγια λατρείας.
Εκείνος ακούγοντας τη φωνή της αναθάρρησε,
κάνοντας να γυρίσει προς το μέρος της.
Τελευταία ένδειξη της κοινής τους ζωής.
Αγάπη, συγχώρεση.
Δύο πνοές ζωής.
Δύο πνοές ζωής
κι ο θάνατος.
Άτιτλο
Τρέχω να καλύψω τα κενά σου.
Εδώ και καιρό πασχίζω να εξουδετερώσω αόρατους εχθρούς.
Ήταν χθες που μου 'γραφες για βασιλιάδες,
που συνάντησες τάχα στην παλιά γειτονιά.
Στο σοκάκι του τρόμου τους είδες
κι αφελής έγνεψες θετικά,
στα σαράντα δεινά που σου χάρισαν.
Δεν δίνουν δώρα οι βασιλιάδες, στο 'χα πει,
εκείνη τη μέρα που κλαίγαμε μαζί.
Μονάχα μίζερη ματαιότητα σκορπούν.
Αλίμονο αν έδινες τότε λίγη προσοχή.
Θα γκρέμιζες την εικόνα του εαυτού σου,
που με τόσο κόπο χρόνια τώρα είχες χτίσει.
Κι ύστερα, ύστερα
δεν θ' άντεχες χωρίς αυτήν.
Συνεχώς την κουβαλούσες μαζί σου
για να σου γίνει συνήθεια.
Ένα-ένα τα δεινά τα έκανες δικά σου
δίχως καν να αμύνεσαι.
Κι αφέθηκες, αφέθηκες κλεισμένος στο οχυρό της θλίψης,
να παρατηρείς
όσα σου έκλεψαν,
όσα δώρα ποτέ δε σου χάρισαν,
οι πάλαι ποτέ σπουδαίοι σου βασιλιάδες.
Α.Κ.
Άτιτλο
Κι όπως αφηνόταν μόνος μέσα στο σκοτάδι
πάλευε το ανυπέρβλητο.
Χρόνια τώρα η μοίρα του τον είχε καθηλώσει στη σιωπή και την ακινησία.
Απ' τη μια κρατούσε τη σπαραγμένη νιότη,
κι απ' την άλλη, το χέρι του έτεινε ως τον ουρανό.
Με μια παλάμη σήκωνε όλο το βάρος του κόσμου τούτου -
σαν κάτι να τον ετοίμαζε από πάντα δυνατό.
Μα μια μέρα, τα τεράστια καλοσχηματισμένα φτερά του κουνήθηκαν.
Θέλησαν να βγουν από την απόγνωση και να κινηθούν προς τον ορίζοντα.
Με μια σπασμωδική κίνηση
λύγισε στιγμιαία η παλάμη και ο κόσμος σωριάστηκε -
έπεσε, έσπασε χίλια κομμάτια, διαλύθηκε.
Και μαζί μ΄αυτόν διαλύθηκε κι ο παλιός του εαυτός -
εκείνος α άγρυπνος φρουρός, η νιότη, το κατόρθωμα.
Όλα έγιναν σκόνη
Όλα. . . εκτός από τα φτερά του.
Α.Κ.
πάλευε το ανυπέρβλητο.
Χρόνια τώρα η μοίρα του τον είχε καθηλώσει στη σιωπή και την ακινησία.
Απ' τη μια κρατούσε τη σπαραγμένη νιότη,
κι απ' την άλλη, το χέρι του έτεινε ως τον ουρανό.
Με μια παλάμη σήκωνε όλο το βάρος του κόσμου τούτου -
σαν κάτι να τον ετοίμαζε από πάντα δυνατό.
Μα μια μέρα, τα τεράστια καλοσχηματισμένα φτερά του κουνήθηκαν.
Θέλησαν να βγουν από την απόγνωση και να κινηθούν προς τον ορίζοντα.
Με μια σπασμωδική κίνηση
λύγισε στιγμιαία η παλάμη και ο κόσμος σωριάστηκε -
έπεσε, έσπασε χίλια κομμάτια, διαλύθηκε.
Και μαζί μ΄αυτόν διαλύθηκε κι ο παλιός του εαυτός -
εκείνος α άγρυπνος φρουρός, η νιότη, το κατόρθωμα.
Όλα έγιναν σκόνη
Όλα. . . εκτός από τα φτερά του.
Α.Κ.
Στο ντιβάνι με κάθε εσένα
- Άρνηση σύμπτωμα.
Άρνηση να ανοίξεις τα χαρτιά σου έτσι και όπου.
Θες να εμπιστεύεσαι,
να μπορείς να ζεσταθείς λιγάκι από ένα βλέμμα, μία χειρονομία.
Ζεστασιά, ναι.
Μετά από μια παρατεταμένη παγωμένη ακινησία.
- Πάγωμα, σύμπτωμα κι αυτό.
Να μιλήσεις θέλεις.
Μάλλον να σ' ακούσουν.
να σ' Ακούσουν και να τρέμεις από ρίγη συγκίνησης -
εκλύοντας παγιδευμένα σ'αγαπώ, θυμώνω, βοήθεια, φοβάμαι.
- Ρίγος σύμπτωμα σωματικό.
Άραγε θα βγάλει κάπου.
Τί αναζητώ.
Ο εαυτός μου θέλω να'μαι.
Και ποιός είμαι
..Λίγο κουράγιο θέλω
..Λίγο κουράγιο από σένα συνάνθρωπε.
- Σύγχυση, σύμπτωμα σου κι αυτό.
..Κι αν σου ζητώ λίγο χρόνο,
είναι γιατί πρέπει ν'ακούσω κι εγώ τη φωνή μου.
Να με Ακούσω.
Από τις πολλές φωνές ξέχασα τον ήχο της δικής μου.
- Τα πενήντα λεπτά συνεδρίας έληξαν
Την επόμενη φορά πάλι.
Α.Κ.
Άρνηση να ανοίξεις τα χαρτιά σου έτσι και όπου.
Θες να εμπιστεύεσαι,
να μπορείς να ζεσταθείς λιγάκι από ένα βλέμμα, μία χειρονομία.
Ζεστασιά, ναι.
Μετά από μια παρατεταμένη παγωμένη ακινησία.
- Πάγωμα, σύμπτωμα κι αυτό.
Να μιλήσεις θέλεις.
Μάλλον να σ' ακούσουν.
να σ' Ακούσουν και να τρέμεις από ρίγη συγκίνησης -
εκλύοντας παγιδευμένα σ'αγαπώ, θυμώνω, βοήθεια, φοβάμαι.
- Ρίγος σύμπτωμα σωματικό.
Άραγε θα βγάλει κάπου.
Τί αναζητώ.
Ο εαυτός μου θέλω να'μαι.
Και ποιός είμαι
..Λίγο κουράγιο θέλω
..Λίγο κουράγιο από σένα συνάνθρωπε.
- Σύγχυση, σύμπτωμα σου κι αυτό.
..Κι αν σου ζητώ λίγο χρόνο,
είναι γιατί πρέπει ν'ακούσω κι εγώ τη φωνή μου.
Να με Ακούσω.
Από τις πολλές φωνές ξέχασα τον ήχο της δικής μου.
- Τα πενήντα λεπτά συνεδρίας έληξαν
Την επόμενη φορά πάλι.
Α.Κ.
Η σκληρή καρδιά
(Προς τους Τ. και Χ.)
Τα σκαμμένα σου μάγουλα και τα μαλλιά του στον άνεμο
Έφυγα ανάμεσα από τους αγρούς
Κάτω απ' αυτά τα υγρά δάση
Μέρα και νύχτα
Κάτω απ' τον ήλιο κάτω απ'τη βροχή
Κάτω απ' τα πόδια του τριζοβολούσαν τα πεθαμένα φύλλα
Κάποτε η σελήνη φεγγοβολούσε
Ξαναβρεθήκαμε αντικρυστά
Κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο δίχως να λέμε τίποτα
Και πια δεν είχα τόπον αρκετό να ξαναφύγω
Έμεινα για καιρό δεμένος σ'ένα δέντρο
Με την αγάπη σου την τρομερή μπροστά μου
Πιο εναγώνιος παρ'όσο σ'έναν εφιάλτη
Κάποιος που ήταν πιο μεγάλος από σένα τέλος με γλύτωσε
Όλα τα δακρυσμένα βλέμματα με κυνηγούν
Και η αδυναμία μου τούτη που ενάντια της δεν μπορείς
να παλέψεις
Φεύγω γοργά προς την κακία
Προς τη δύναμη που ορθώνει τις γροθιές σαν όπλα
Πάνω απ΄το τέρας που μ' αποτράβηξε απ' τη γλύκα σου
με τα νύχια του
Μακριά απ' τη μαλθακή και τρυφερή περίπτυξη
των χεριών σου
Φεύγω ανασαίνοντας με όλα μου τα πνεμόνια
Ανάμεσ΄ από αγρούς ανάμεσ΄από δάση
Προς την παραμυθένια πολιτεία όπου η καρδιά μου σκιρτά.
Pierre Reverdy (1889-1960)
Giacometti: a case study
Giacometti: a case study on Lotman’s
aesthetic principles
A work of art cannot be described as a simple stimulus. An aesthetic response requires a conversation between the sender of the artistic message and the receiver. We look, we ask, we think, we agree or disagree. In an attempt to find any precise aesthetic criteria that could be used as a model of evaluating an artwork, I would like to analyze the essay on the Typology of Texts and the Typology of Extra-textual relation, included
in Jurij Lotman’s book The Structure of the Artistic Text, written in 1972. After a short discussion of the text, I will attempt to apply the two criteria suggested by Lotman, in two different stylistic periods of sculpture by Alberto Giacometti, so as to come up with an interesting conclusion. For Lotman (1971), the artistic communication is an aesthetic communication positioned in a specific system of cultural codes. The artistic work cannot be perceived outside its cultural context. Although he focuses on the interrelationship between the artistic text (and consequently the writer) and the reader, his analysis can be applied in the area of any other artistic form too. He classifies the artistic phenomena into two categories. The first one, consists of phenomena whose structures are already given a priori to the audience. In these artistic systems, the “aesthetics of identity” applies: a set of
principles based on “model-clichés” that the audience can recognize and is familiar with. This set of principles can be found for instance in the “folkore of all the nations, in the medieval art, the commedia dell’arte, the Classicism” (Lotman, 1971, p.289). The second category, the “aesthetics of opposition”, includes all the systems, whose structures are completely unknown to the audience before the artistic communication begins. According to Lotman (1971, p. 292), this category is widely found in Realistic Art. A good example for further understanding of Lotman’s suggestion can be found in
Giacometti’s artistic work. Alberto Giacometti (1901-1966) was an Italian Swiss sculptor, painter and printmaker. In 1922 he arrived in Paris to study sculpture. There, he met Jean Cocteau, André Masson and was introduced into the Surrealist circle. In 1931, he joined André Breton’s Surrealist group and contributed to its events, publications and exhibitions. At this period he experimented with Surrealism and was recognized as one of the leading Surrealist sculptors. The Gazing Head (1928-29) is one of his works produced at this period. An enigmatic form that does not represent the realistic world but rather gives physical shape to an internal activity. For the public, Giacometti’s
Gazing Head is a Surrealistic artwork. As Breton (1969) explains, Surrealism can be
defined as a “Physic automatism in a pure state, by which one proposes to express . . . the actual functioning of the thought . . . in the absence of any control exercised by reason”. The automatic creation of an abstract and figurative form, a ‘head’ that is
‘gazing’, allows Giacometti to express himself unconsciously. But at the same time, this scheme, this technique and style are recognizable by the public. They express the Surrealistic artistic and cultural movement of the early 1920s as it was formed initially in Paris. Through the aesthetics of identity, as suggested by Lotman, the public places
Giacometti’s Gazing Head at the Surrealistic movement and ‘identifies’ his early artworks (from 1925 to 1935) as Surrealistic ones. However, what is interesting with Giacometti is his stylistic evolution through time. Later on in his life, he recognized his realistic roots and “returned to working from the model, embracing the visual world . . . as his theme”, a change that resulted in his clash with the Surrealistic movement in 1934 (Bonnefoy, 2001, p.192). Gradually through the practice of his art, the artist discovered his own style, a unique artistic style. An example of this style is the Man Pointing (1948) a single-figure sculpture, representing a man who gestures with his left arm and points with the right. An anonymous man, resembling to a skeleton, standing alone and pointing to the horizon. For the public, this single-figure, has nothing to do with Giacometti’s previous Surrealistic artworks. Giacometti creates a sculpture, not through an automatic unconscious act but after a reasonable mind process: his observation of the visual world and especially of the human body. This work is a new approach to sculpture. The artist desires to present his own vision on the depiction of human nature. And in order to do so, he opposes himself
to his previous stylistic technique and even to other artists’ representations of human nature (aesthetics of opposition). In this more mature period of his life, Giacometti creates works where the human figures are presented with heads, torsos, arms, feet elongated and stretched to almost the point of non-existence. It could be said that his deep, inner desire is to find the most essential truth in the human and to make use of outer appearances to communicate that special truth (Lord, 1983, p. 258).
What the aesthetic response to Giacometti’s artistic message could be, remains a
subjective issue and it is not this essay’s purpose to explore. What is observed though, through Giacometti’s example, is that both two aesthetic criteria, suggested by Lotman, could operate as useful tools in the process of evaluating artworks. And even more, they could be used not in a conflicting way but rather as a creative combination. This could allow us to better understand the artistic evolution of a specific artist as well as to witness his artistic communication as an interesting discussion between the past and the future.
Bibliography
Bonnefoy, Y. (2001), Alberto Giacometti: A Biography of His Work. Paris: Flammarion. Breton, A. (1969), Manifestoes of Surrealism, Michigan: University of Michigan Press. Giacometti, A. (1928-29), Gazing Head [Sculpture], New York: The Museum Of Modern Art.
Giacometti, A. (1947), Man Pointing [Sculpture], New York: The Museum Of Modern Art.
Giacometti, A. A youth spent in a studio, Biography of an oeuvre, Retrieved September 11, 2015, from http://www.fondation-giacometti.fr/en/art/16/discover-the-artwork/.
Lord, J. (1983), Giacometti: A Biography. New York: Farrar, Strauss and Giroux. Lotman, J. (1971), The Typology of texts and the typology of extra-textual relations. In
The structure of the artistic text (pp. 286-296). [Ann Arbor, Michigan]: Dept. Of Slavic Languages and Literature, University of Michigan. ISBN 0-930042-15-8.
Με βλέμμα που ψάχνει το χώρο
Ο Auguste Rodin (1840-1917) δημιουργεί ένα από τα γλυπτά του στο στούντιο και σπίτι του, που έναν αιώνα αργότερα αποτελεί το μουσείο που φιλοξενεί τα έργα του στο Παρίσι..
Κόντρα στα σακατεμένα άκρα
Ο Pierre-Auguste Renoir ( 1841-1919) σε προχωρημένη ηλικία έχοντας αναπτύξει ρευματοειδή αρθρίτιδα εξακολουθεί να ζωγραφίζει με ζωντάνια..
Subscribe to:
Posts (Atom)