(Προς τους Τ. και Χ.)
Τα σκαμμένα σου μάγουλα και τα μαλλιά του στον άνεμο
Έφυγα ανάμεσα από τους αγρούς
Κάτω απ' αυτά τα υγρά δάση
Μέρα και νύχτα
Κάτω απ' τον ήλιο κάτω απ'τη βροχή
Κάτω απ' τα πόδια του τριζοβολούσαν τα πεθαμένα φύλλα
Κάποτε η σελήνη φεγγοβολούσε
Ξαναβρεθήκαμε αντικρυστά
Κοιτάζοντας ο ένας τον άλλο δίχως να λέμε τίποτα
Και πια δεν είχα τόπον αρκετό να ξαναφύγω
Έμεινα για καιρό δεμένος σ'ένα δέντρο
Με την αγάπη σου την τρομερή μπροστά μου
Πιο εναγώνιος παρ'όσο σ'έναν εφιάλτη
Κάποιος που ήταν πιο μεγάλος από σένα τέλος με γλύτωσε
Όλα τα δακρυσμένα βλέμματα με κυνηγούν
Και η αδυναμία μου τούτη που ενάντια της δεν μπορείς
να παλέψεις
Φεύγω γοργά προς την κακία
Προς τη δύναμη που ορθώνει τις γροθιές σαν όπλα
Πάνω απ΄το τέρας που μ' αποτράβηξε απ' τη γλύκα σου
με τα νύχια του
Μακριά απ' τη μαλθακή και τρυφερή περίπτυξη
των χεριών σου
Φεύγω ανασαίνοντας με όλα μου τα πνεμόνια
Ανάμεσ΄ από αγρούς ανάμεσ΄από δάση
Προς την παραμυθένια πολιτεία όπου η καρδιά μου σκιρτά.
Pierre Reverdy (1889-1960)
No comments:
Post a Comment