Τρέχω να καλύψω τα κενά σου.
Εδώ και καιρό πασχίζω να εξουδετερώσω αόρατους εχθρούς.
Ήταν χθες που μου 'γραφες για βασιλιάδες,
που συνάντησες τάχα στην παλιά γειτονιά.
Στο σοκάκι του τρόμου τους είδες
κι αφελής έγνεψες θετικά,
στα σαράντα δεινά που σου χάρισαν.
Δεν δίνουν δώρα οι βασιλιάδες, στο 'χα πει,
εκείνη τη μέρα που κλαίγαμε μαζί.
Μονάχα μίζερη ματαιότητα σκορπούν.
Αλίμονο αν έδινες τότε λίγη προσοχή.
Θα γκρέμιζες την εικόνα του εαυτού σου,
που με τόσο κόπο χρόνια τώρα είχες χτίσει.
Κι ύστερα, ύστερα
δεν θ' άντεχες χωρίς αυτήν.
Συνεχώς την κουβαλούσες μαζί σου
για να σου γίνει συνήθεια.
Ένα-ένα τα δεινά τα έκανες δικά σου
δίχως καν να αμύνεσαι.
Κι αφέθηκες, αφέθηκες κλεισμένος στο οχυρό της θλίψης,
να παρατηρείς
όσα σου έκλεψαν,
όσα δώρα ποτέ δε σου χάρισαν,
οι πάλαι ποτέ σπουδαίοι σου βασιλιάδες.
Α.Κ.
No comments:
Post a Comment