Tuesday, April 19, 2016

Προς Αντιγόνην

Β'

Εξ' άλλου τα λουλούδια απαγορεύτηκαν.
Ιδιαίτερα τα κόκκινα γαρύφαλλα
και τ'άσπρα κρίνα. Όποιος μέχρι του χρόνου 
το Νοέμβρη καλλιεργήσει άνθη 
ή συλληφθή κρατώντας άνθη στα χέρια του
θα μετανοιώνει βογγώντας.

Σαράντα μέρες να ντύνεσαι μες στ' άσπρα.
Είναι γιορτή να εξολοθρεύονται οι προδότες.
Δεν απειλούμε μα, ξέρε, δε θα 'χουμε μεις
την ευθύνη αν κάποιος αγανακτησμένος 
σε μαχαιρώσει γιατί μαυροφόρεσες.

Πανδημεί θα τελεσθούν καθαρμοί και θυσίες.
Το μίασμα της ανόσιας ανταρσίας τους 
με κάθε τρόπο πρέπει ν' αποπλύνουμε.
Τέτοια καμώματα χολιάζουν το Θεό. 
Εν ανάγκη θα εκτελούμε επί τόπου 
τους ήδη μιασμένους.

Έχεις θερμή καρδιά για πράματα ψυχρά.
Κάλλιο μη μνημονέψεις πλέον τ'όνομά του.
Γλυκειά η ζωή, για σέ τη νιά γλυκύτερη. 
Πες ότι χάθηκε, ότι δε γεννήθηκε. 
Λησμόνησε. Για όφελός σου, ξέχασέ τον. 

Κηρύξαμε κατάσταση πολιορκίας.
Σε μας πέφτει η ευθύνη της επιβολής 
νόμου και τάξης. Από την αναρχία
δεν υπάρχει κακό μεγαλύτερο. 
Αυτή πόλεις χαλά, σπιτικά αναστατώνει,
αυτή χάνει πολέμους.

Μη σου περάσει από το νου πως έχεις χρέος 
ν'αναδειχτής αντάξια του κακόσπαρτου 
αδελφού σου. Μη θελήσεις να μιμηθείς 
τα πεισματικά, τα θανατηφόρα 
σφάλματα της παράφορης τόλμης του. 

Όσοι επιμένουν σε φρονήματα άκαμπτα 
ταπεινώνονται σίγουρα. Ο σκληρότερος σίδηρος 
σπάζει και κομματιάζεται ευκολότερα. 
Απ' τ' άλογα, τ'άγρια τα δένουν με σφιχτό 
χαλινάρι. Δεν ταιριάζουνε παρηφάνειες 
σ' όποιον είναι δούλος των άλλων. 

Φαίνεσαι γέννημα σκληρό σκληρού πατέρα.
Δεν έμοιασες στην αγαθή αδερφή σου εσύ.
Χαμήλωσ' επιτέλους τα αιμόστικτα μάτια.
Δέσε τ'αφηνιασμένα χέρια. Φράξε 
τ'ανάθεμα με τον κλοιό των δοντιών.

Λούφαξε καρτερώντας σκιές που θ'αξιώσουν 
από τα σπλάχνα μας νεκρούς για τους νεκρούς. 
Η πολύπλανη ελπίδα έτσι τρυπώνει 
ανεπαισθήτως, τρέφοντας αυταπάτες,
προτού κανείς αφυπνιστή πατώντας 
πάνω σε καυτερή φωτιά. 

Έχουμε ανθρώπους παντού, Αντιγόνη. 
Στήνουν αυτί στα γερμένα παράθυρα.
Κρυφοκοιτάζουν από τις χαραμάδες.
Ξεχωρίζουν όσους, με μάτια πικρόχολα, 
φρενόπληκτα ψιθυρίζουνε λόγια.

Λένε οδύρεται η πόλη για τους γόνους της 
που για πράξεις γενναίες οικτρά χαθήκαν.
Κι όμως διατείνονται μετά ότι δε χάθηκαν:
αιώνια ζει ο που πέφτει τραγουδώντας.
Μα αν τ'άσματα γλυτώναν απ' το θάνατο,
ποιός κουτός θάκλεινε το στόμα;

Θέλεις να μείνουμε με χέρια σταυρωμένα 
όταν μας ονομάζουν μακελλάρηδες,
μας βλαστημούνε και μας καταριούνται,
κι όλο πιο μεγαλόφωνα, πιο αναίσχυντα 
οι λίγοι αντίδοξοι τους άλλους παρασέρνουν;

Διαδίδουν ότι ο τάφος τους ανοίχτηκε 
κι απομένει κενός. Κι αν αληθεύει,
κάποιος αισχρός τυμβωρύχος τον ανάσκαψε 
κι αφού σύλησε, πήρε (για να μας σκιάξει 
χωρίς αμφιβολία) τα σώματα 
των ελεηνών πεσόντων. 

Εσύ στο σπίτι σαν έχιδνα κρυμένη,
άμυαλη από παιδί και τώρα ολότρελλη,
μη φανταστής πως τάχα ζωντανέψανε 
λες κι είναι αυτοί θεοί και θεογέννητοι 
και μεις θνητοί και θνητογέννητοι μονάχα. 

Έπρεπε λοιπόν να τους διαμελίσουμε,
έπρεπε ν'αναρτύσουμε τα κεφάλια τους 
στους δημόσιους χώρους τρόπαιά μας 
ώστε πια να μη μπορείτε να ονειρεύεστε 
πως δεν πέθαναν ή πως κάποιος νεκρεγέρτης 
σήκωσε την ταφόπλακα.

Αλίμονο στην πόλη που ανωφέλητα 
φυτεύει τέκνα. Αν δείχνονταν νομοταγείς 
τώρα θα ζούσαν και θα τους είχαμε 
στηρίγματά μας, όχι φαντάσματα
να μας ταράζουν την ανάσα και τον ύπνο.

Κι έτσι κι αλλιώς, εμείς επαγρυπνούμε.
Πέφτουμε ολοζωσμένοι τ'άρματά μας,
λαγοκοιμόμαστε, τρώμε αρπραχτά. 
Μην περιμένετε στιγμή ν'αναπαυτούμε. 
Αν κατά τις τρελλές ελπίδες σας γυρίσουν,
θα τους δεχτούμε πάνοπλοι.

Αν είναι αντρεία να σκοτώνεις τους νεκρούς 
θα τον σκοτώσουμε ξανά τον αδελφό σου,
Αντιγόνη. Χίλιες φορές ναρθή, με χίλια 
μαχαίρια θα τονε χτυπήσουμε. 
Χίλιες φορές θα βγάλεις πικραμένου πουλιού οξύ φθόγγο.

Φέτο δε θα ρθη η άνοιξη, δε θ'α φήσουμε 
τους κούκους να τιτυβίσουν τα τραγούδια 
των στασιαστών, τις μυγδαλιές να τους μυρώσουν,
όχι τον ήλιο δε θα τον αφήσουμε 
να ξεκαλοκαιριάσει, και τα τζιτζίκια 
να τσιρίζουν ζει ζει ζει.

Ετούτος ο Νοέμβρης θα μείνει καρφωμένος
 μέσα στο χρόνο, με τις ατέλειωτές του νύχτες, 
με το βοριά στα στηλωμένα μάτια μας,
με τους τριγμούς κλαριών ή πατημάτων,
κρωγμούς ή συνθηματικές κραυγές συνομωτών. 

Δεν ξεγελιόμαστε απ'τα τεχνάσματά σας.
Κάποιος ρίχνει κόκκινο χρώμα στα ποτάμια-
δεν έρευσε από φλεβες τόσο κόκκινο.
Κάποιος βάφει πορφυρένια τη θάλασσα 
και τα σύννεφα στάζουν αίματα, αίματα,
πλημμυρίζουν οι δρόμοι.

Εσύ σφίγγεις τα χέρια στο λαρύγγι μας.
Μες στο κρανίο μας τα μάτια σου κάρβουνα. 
Εσύ. Εσύ. Γύρω μας φίδια τα μαλλιά σου.
Μεταμελήσου. Θα σε συντρίψουμε. 
Ζήτα έλεος. Έλεος.
                                   Έλεος, Αντιγόνη.  

Λεία Χατζοπούλου - Καραβία
Αθήνα, 1975

No comments:

Post a Comment